Ακόμα σ’ αγαπώ, βρέχει δε βρέχει…

Γράφει η Nubes

Έξω βρέχει, κι όταν βρέχει θυμάμαι ό, τι αγάπησα. Δειλινό μουντό και βροχερό.  Άνοιξα την τσάντα, πήρα το κόκκινο κραγιόν και ζωγράφισα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου σου μια καρδιά. Έφυγα. Μετά ξέσπασε μπόρα κι είχες να κάνεις ταξίδι σε άλλη πόλη! Το βράδυ, μήνυμα ελήφθη!
Η καρδούλα σου πέρασε από καταιγίδες και άντεξε! Προσπάθησα να μην χρησιμοποιήσω υαλοκαθαριστήρες μην μου φύγει αλλά δεν είχα ορατότητα. Ούτε κι αυτοί δεν κατάφεραν να την σβήσουν!

Τίποτα και κανείς δεν θα μπει ανάμεσα μας, είπες. Εμάς τίποτα δεν μας φοβίζει, είπες. Καμιά μπόρα, καμιά καταιγίδα δεν θα μας ακουμπήσει! Και πέρασαν οι μέρες, έφυγε ο χειμώνας κι ήρθε η Ανοιξη. Η Άνοιξη που γεμίζει χρώματα κι αρώματα την πλάση, που σκορπάει τα σύννεφα κι ανοίγουν οι ουρανοί και σκάει χαμογελαστή η πύρινη ολοστρογγυλη μεγάλη σφαίρα…

Κι οι ηλιαχτίδες της τρυπώνουν στα παγωμένα όνειρα μας και τα ζεσταίνουν, κι όπως τα φυτά αποζητούν το φως, να φτιάξουν χλωροφύλλη, να μην πεθάνουν, να απλώσουν και να θρέψουν ρίζες, έτσι κι εμείς… Τολμήσαμε να παραβλέψουμε τις ανοιξιάτικες μπόρες κι αφήσαμε τις ηλιαχτίδες να τρυπώσουν στις φλέβες μας και κυλώντας στο αίμα μας, να φτάσουν στην καρδιά! Κι οι ακτίνες τους χάραξαν πάνω τα όνειρα μας.
Τ’απαγορευμένα όνειρα μας! Τι θράσος κι ανοησία μαζί, να παραβλέπεις και να αψηφείς της Άνοιξης τις μπόρες;

Επειδή είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια… Εγώ όμως δεν έβλεπα άμμο! Μια καρδιά στο σκονισμένο μου αμάξι είδα ζωγραφισμένη με το δάχτυλο και έναν ήλιο να λάμπει! Πώς κυκλοφορείς με τέτοιο αμάξι μου λέγανε όλοι. Να το πάρεις για πλύσιμο. Αποκλείεται! Θα καταστρέψει την καρδιά του! Την καρδιά μου! Ώσπου ξέσπασε η μπόρα… Ποια μπόρα δηλαδή; καταιγίδα, τσουνάμι και τα πήρε όλα στο πέρασμα του και τα διέλυσε!

Μόνο την καρδιά στο σκονισμένο μου αμάξι, μόνο αυτή δεν πείραξε… Κι ακόμη να το πάω για πλύσιμο κι ας μην βλέπω απ’ τη σκόνη! Μην καταστρέψω την καρδιά. Το μόνο που μου έμεινε! Βλέπεις τώρα δεν μπορώ να διευκρινήσω ποιανού απ’ τους δύο είναι αλλά μέχρι να καταλάβω θα μείνει εκεί στο σκονισμένο μου αμάξι να αχνοφαίνεται.

Ίσως πάλι να έχει σβηστεί απ’ τον καιρό και να την βλέπουν μόνο τα δικά μου μάτια. Όπως και να ‘χει, να ξέρεις πως το αμάξι μου ακόμα δεν έχει πάει για πλύσιμο. Κι ας έχει φάει σκόνη, κι ας βρέχει! Και κάτι ακόμη. Ακόμα σ’ αγαπώ, βρέχει δε βρέχει…

loveletters.gr