ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ π. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Ο π. Παντελεήμων Μανουσάκης είναι ένας νέος κληρικός της Αρχιεπισκοπής Αθηνών που ανήκει στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη. Είναι καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Καθολικό Κολλέγιο του Τιμίου Σταυρού Βοστώνης.

Πρόσφατα κατά το διήμερο 4 – 5 Ιανουαρίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο φιλοξένησε στο Φανάρι συνάντηση επιστημόνων (θεολόγων, ιστορικών και ακαδημαϊκών δασκάλων) από όλη την υφήλιο, όπου συμμετείχε ο π. Παντελεήμων. Σκοπός αυτής της συνάντησης ήταν η καλλιέργεια σχέσεων μαζί τους, ιδιαίτερα μάλιστα υπό το φως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του έτους 2016. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος απηύθυνε χαιρετισμό και συνομίλησε με τους επιστήμονες. Στις δύο συνεδρίες προήδρευσε ο Σεβασμιώτατος Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, ο οποίος μίλησε προς τους επιστήμονες και συζήτησε μαζί τους για τους σκοπούς, τις προκλήσεις και τις δυνατότητες που ανοίγονται με τη σύγκλιση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Στη συνέχεια παραθέτουμε ένα άρθρο του π. Παντελεήμονα Μανουσάκη για την αγιότητα που εκφώνησε στις 8 Νοεμβρίου 2014 στον Ιερό Ναό αγίου Νεκταρίου Roslindale (Ιερά Μητρόπολη Βοστώνης).

 

Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα μας, άγιε Βοστώνης, κ.κ. Μεθόδιε, 

 

Σεπτή του πρεσβυτερίου χορεία, 

 

Χριστεπώνυμε λαέ και των εορταζόντων ομήγυρις, 

 

Επειδή, αδελφοί μου, συγκεντρωθήκαμε στον περικαλλή αυτόν ναόν που τιμάται επί τω ονόματι του Αγίου Νεκταρίου για να εορτάσουμε μνήμη αγίου, ας θέσουμε μερικά ερωτήματα για την αγιότητα. Τί σημαίνει να είναι κανείς άγιος; Πώς γίνεται κανείς άγιος; Και είναι η αγιότητα μια επαγγελία στην οποία έχει κληθεί καθένας από μας ως Χριστιανός ή μόνο κάποιοι λίγοι και ενάρετοι;

 

Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι (Α᾽ Πέτρου, 1:16)

 

Θα ήταν περίεργο σήμερα, αν ρωτούσαμε ένα μικρό παιδί «τί θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» να λαμβάναμε την απάντηση: άγιος! Θα ήταν πράγματι περίεργο όχι μόνον διότι σήμερα δεν επιδιώκουμε να γίνουμε άγιοι, αλλά ίσως διότι η αγιότητα δεν είναι κάτι που μπορούμε να επιδιώξουμε αφού δεν μπορούμε να την κατορθώσουμε βασισμένοι στις δικές μας δυνάμεις και στις δικές μας ικανότητες. Δεν γίνεται κανείς άγιος, όπως γίνεται κανείς γιατρός, ή ξυλουργός. Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές αγιότητας και μην σας παραπλανούν όσοι σας συστήνουν «τσελεμεντέδες πνευματικότητας.» Η αγιότητα δεν ανήκει στον άνθρωπο, αλλά στον Θεό. Είδατε και στο ρητό από την πρώτη επιστολή του Πέτρου, μετά την προτροπή: ἅγιοι γίνεσθε, προσθέτει αμέσως ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι.

 

Εκείνος, λοιπόν, ο Θεός, είναι κατ᾽ εξοχήν άγιος. Να μια αλήθεια την οποία επαναλαμβάνει η Εκκλησία μας ακούραστα: ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος ἱσχυρός, ἅγιος ἀθάνατος. Είναι η ιδιότητα της αγιότητος κοινή στα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Άγιος ο Θεός Πατέρας, διότι πάτερ ἅγιε (Ιω. 17:11) λέγει ο Κύριος κατά την αρχιερατική Του προσευχή απευθυνόμενος προς Αυτόν, αλλά και έτσι μας δίδαξε να προσευχόμαστε λέγοντας ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου (Μθ. 6:9). Άγιος, όμως, και ο Υιός και Λόγος του Θεού, διότι όταν ο λειτουργός λέγει τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις, ο λαός απαντά εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός. Άγιον, βεβαίως, και το Πνεύμα το άγιον, το μόνον από τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος που ονομάζεται άγιο διότι Εκείνος είναι που μας αγιάζει, ώστε το να είναι κανείς άγιος δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το να είναι άνθρωπος πνευματικός, δηλαδή, πνευματοφόρος και χαριτωμένος, διότι ότι δίνει το Άγιο Πνεύμα είναι δώρα, δηλαδή είναι δωρεάν, είναι χαρίσματα, δεν είναι ιδιότητες που αποκτήσαμε εμείς με την αξία μας. Όσο και να αγωνιστεί κανείς δεν κερδίζει τα πνευματικά χαρίσματα με την αξία του, και αυτό για να μην καυχάται για τις δικές του δυνάμεις, να μην αυτοδικαιώνεται, αλλά να ευχαριστεί και να δοξολογεί τον Θεόν απ᾽ όπου πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἐστι καταβαῖνον (Ιακ. 1:17).

 

Εδώ, λοιπόν, αδελφοί μου, συναντάμε το κύριο χαρακτηριστικό του αγίου ανθρώπου. Είναι εκείνος που ομοιώνεται και προσπαθεί να μιμηθεί κατά το δυνατόν το κυριώτερο χαρακτηριστικό του Αγίου Πνεύματος: την αυταπάρνηση. Βλέπετε, όταν ήρθε ο Κύριος και σαρκώθηκε, και ενηνθρώπησε, μας απεκάλυψε Εκείνος το μυστήριο του Θεού Πατέρα. Και όταν ήρθε κατά την Πεντηκοστή το Πνεύμα το Άγιο φανέρωσε Εκείνος το μυστήριο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού— δεν είναι τυχαίο πως όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι, οι ἐν ἁγίῳ Πνεύματι συνελθούσες, από την Πρώτη μέχρι και την Εβδόμη, ήσαν Χριστολογικές. Εκείνος, όμως, το Πνεύμα το Άγιο, δεν φανερώνεται, δεν αποκαλύπτεται, παρά μόνον ψηλαφείται μέσα από την εμπειρία της εκκλησιαστικής ζωής. Αν γνωρίζουμε για το Άγιο Πνεύμα τα λιγότερα σε σχέση με τα άλλα δύο Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τούτο οφείλεται στην ίδια την ταυτότητα του αγίου Πνεύματος, ο Οποίος δεν επιθυμεί ούτε να προβάλει ούτε να δοξάσει τον Εαυτόν Του.

 

Έτσι, λοιπόν, κάθε πρόσωπο το οποίο γίνεται πνευματοφόρο και χαριτώνεται από το Άγιο Πνεύμα χαρακτηρίζεται από την ίδια αυταπάρνηση και αποστροφή του εαυτού, ξεκινώντας από την Παναγία η οποία είναι κεχαριτωμένη, δηλαδή, πλήρης πνεύματος αγίου,1 και η οποία είπε το Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου (Λκ. 1:38), και από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ο οποίος είπε: ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι (Ιω. 3:30), μέσα από κάθε άγιο που φανέρωσε ο Θεός ανά τους αιώνες, φτάνοντας στον ἐσχάτοις χρόνοις φανέντα άγιο τον οποίον εορτάζουμε σήμερα, τον άγιο Νεκτάριο. Αυτό που κατά την γνώμη μου χαρίτωσε και αγίασε τον άγιο Νεκτάριο ήταν οι δυσκολίες της οποίες συνήντησε στην ζωή του, ή μάλλον, ο τρόπος με τον οποίον υπέμεινε καρτερικά τις δυσκολίες εκείνες. Έζησε ο άγιος Νεκτάριος σε εποχές δύσκολες για το έθνος μας, όπως είναι και οι σημερινές. Προήλθε και εκείνος από τον Ελληνισμό πέραν των συνόρων του Ελλαδικού κράτους, από τα περίχωρα της Βασιλεύουσας όπου πέρασε την νιότη του, στην Αλεξάνδρεια όπου αναδείχθηκε ιερέας και αρχιερέας, αλλά και απ᾽ όπου εκδιώχθηκε συκοφαντούμενος και πικραμένος. Έζησε για να δεί το λυκόφως του Ελληνισμού: την συρρίκνωση του Ελληνικού πολιτισμού εντός των συνόρων του μικρού Ελλαδικού κράτους: σκεφτείτε ότι όταν έφτασε στην Αθήνα του ηρνήθησαν και την εργασία και τον μισθό του για αρκετό καιρό με την πρόφαση πως δεν ήταν Έλληνας υπήκοος. Οι τελευταίες ημέρες της ζωής του ήσαν και οι τελευταίες ημέρες της Μικρασίας: μετά ήρθε η νύχτα της Ιωνίας καθώς βυθίστηκε στο σκοτάδι της πυρπολούμενης Σμύρνης.

 

Μέσα σε τέτοιο κλίμα έζησε όχι μόνον τις εξωτερικές ανάγκες αλλά και τις εσωτερικές πληγές οι οποίες προήλθαν κυρίως από τους συναδέλφους του, τους κληρικούς της εποχής του, οι οποίοι τον είδαν με καχυποψία, τον είδαν ως απειλή για τις θέσεις τους και έτσι τον συκοφάντησαν και τον εκδίωξαν. Καίτοι επίσκοπος, έζησε ως απλός ιερέας, τελώντας χρέη ιεροκήρυκος κήρυξε στα χωριά της Ευβοίας, μέχρι που, και πάλι μετά δυσκολίας, ανέλαβε Σχολάρχης της περιπύστου Ριζαρείου Σχολής. Δεν φαντάζεσθε πόσο φρικτό είναι για τον κάθε κληρικό να βρεθεί σε τέτοιες συνθήκες όπου να στερείται την τέλεση της Θείας Λειτουργίας – ιδιαιτέρως, όμως, για έναν επίσκοπο μια και εκείνος είναι ο κατ᾽ εξοχήν λειτουργός της Ευχαριστίας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία απ᾽ αυτήν. Στην Ριζάρειο, ο αγ. Νεκτάριος θα παραμείνει μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του, αφού πρώτα θα αναζητήσει το ησυχαστήριο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος στην Αίγινα και γίνει ο ανιδρυτής του εγκαταλελειμμένου εκείνου μοναστηριού το οποίο έμελλε να δοξασθεί μετά θάνατον του αγίου.

 

Δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως άγιο ούτε επεδίωξε να αποκτήσει φήμη αγίου, δεν σχημάτισε ομάδα πνευματικών τέκνων ή οπαδών, δεν στράφηκε κατά της Εκκλησίας, ούτε καν κατά εκείνων που τόσο άδικα τον εδίωξαν. Υπήρξε απ᾽ όλους ευκαταφρόνητος, παρηγκωνισμένος, ταπεινωμένος. Και όμως, αυτόν τούτον, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, λίθον προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου (Α᾽ Πετ. 2:7) ο Θεός ανέδειξε ως άγιον και θαυματουργόν.

 

Είναι σημαντικό να προσέξουμε μία διαφορά: άλλο πράγμα το άγιο και άλλο το ιερό. Ποιά η διαφορά τους; Το ιερό προϋποθέτει το αντίθετό του, το κοσμικό. Έστι υπάρχει ιερός χρόνος και ιερός τόπος, αλλά και κοσμικός χρόνος και κοσμικός τόπος. Το άγιο δεν έχει αντίθετο. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι αγιασμένο ή που να μην μπορεί να αγιασθεί. «Μα δεν είναι ο αμαρτωλός το αντίθετο του αγίου;», θα μου πείτε. Ποιά η διαφορά, αδελφοί μου, μεταξύ αμαρτωλού και αγίου; Ο άγιος είναι ο αμαρτωλός εκείνος — διότι ουδείς αναμάρτητος2—ο οποίος έχει συνείδηση και επίγνωση της αμαρτωλότητός του. Αλλά το να έχει κανείς επίγνωση της αμαρτίας του ως αμαρτίας σημαίνει πως βρίσκεται ήδη πέραν της αμαρτίας, στην μετάνοια και στην χάρη του Θεού. Μπορεί να ελπίζει στο έλεος του Θεού. Μόνον έναν άνθρωπο δεν μπορεί να σώσει ο Θεός και ενώπιον αυτού του ανθρώπου ακόμα και το πανσθενές έλεος του Θεού παραμένει ανίσχυρο: ο άνθρωπος εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του άγιο, εκείνος που θεωρεί τον εαυτόν του καθαρό από κάθε αμαρτία, δεδικαιωμένον, μάλλον δε αυτοδικαιωμένο. Αυτόν ούτε ο Θεός μπορεί να τον σώσει.

 

Πριν από μερικά χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και εδώ, στην ομογένεια, φανερώθηκαν ομάδες τέτοιων ανθρώπων, που νόμιζαν, σαν τον Φαρισαίο εκείνον, πως οὐκ εἰσιν ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί… (Λκ. 18:11) Αυτοί οι άνθρωποι, αδελφοί μου, περιπλανώμενοι αλλά και παραπλανούντες, περιέρχονται γην και ουρανόν, εμπορευόμενοι πολλάκις την μοναχική τους ιδιότητα προκειμένου να φυλακίσουν τις συνειδήσεις των χριστιανών όχι στο Ευαγγέλιο της ελευθερίας, αλλά στην αυταρέσκεια της προσωπολατρείας. Θέλουν οι ίδιοι να δοξασθούν ως σωτήρες, ως άγιοι, ως θαυματουργοί, ως πνευματικοί γέροντες, απαξιώνοντας τα αγιαστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας και καταφρονώντας τους λειτουργούς της.

 

Στην ταπεινόσχημη έπαρσή τους, προτάσσουμε την μνήμη του γνησίως ταπεινού αγίου Νεκταρίου που εορτάζουμε σήμερα. Έζησε κατά Θεόν μέσα στόν κόσμο, μηδέν λογιζόμενον εαυτόν, λοιδορούμενος εὐλογοῦσε, διωκόμενος ἠνέχθη, βλασφημούμενος παρεκάλει, ὡς περικάθαρμα τοῦ κόσμου ἐγενήθη (πρβλ. Α´ Κορ. 4:12-­‐13) ώστε να λάβη πλούσια την χάρη του μόνου αγίου και αγιάζοντος Θεού.

Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.

 

 

  1. Κατά το ρηθέν υπό του αγγέλου: Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι (Λκ. 1:35)
    2. Τίς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; ἀλλ᾿ οὐδείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς (Ιώβ, 14: 4-­‐5)

 

 

Επιμέλεια: Ηρακλής Φίλιος